Ο Αλέξανδρος Δράκος δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις για όσους γνωρίζουν καλά την ελληνική ηλεκτρονική σκηνή. Ραδιοφωνικός παραγωγός, διοργανωτής εμβληματικών πάρτυ, ο εμπνευστής των περιοδικών Lemon και Freeze, αλλά και διαχειριστής της δραστήριας σελίδας του Facebook «+Soda» που αριθμεί 17,5 χιλιάδες μέλη, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι και ζωντανή ιστορία της club κουλτούρας των ’90s.

Διακριτικός, σεμνός και πάντα απόλυτα ενημερωμένος, άφησε το δικό του στίγμα στα ερτζιανά της Αθήνας μέσα από τη συχνότητα του Life FM —του σταθμού που έφερε την επανάσταση παίζοντας όλα τα είδη της ηλεκτρονικής μουσικής— και μετέπειτα ως συνιδιοκτήτης και ιδρυτής του NRG. Έχοντας διοργανώσει αξέχαστα events στα μεγαλύτερα club της χώρας, γυρίζει τον χρόνο πίσω με μια άκρως συγκινητική και νοσταλγική ανάρτηση.

Με αφορμή το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος, ο Αλέξανδρος Δράκος μάς ταξιδεύει σε μια άλλη Μύκονο, σε μια άλλη Ελλάδα. Τότε που το clubbing δεν χρειαζόταν social media, VIP τραπέζια και influencers για να γράψει ιστορία, αλλά βασιζόταν στην αυθεντικότητα, το πάθος για τη μουσική, τις παρέες των Express πλοίων και το μαγικό ξημέρωμα στο Cavo Paradiso.

Διαβάστε αυτούσια την καθηλωτική ανάρτησή του:

«Υπήρχε μια εποχή που το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος δεν ήταν απλώς άλλη μια αργία. Ήταν το επίσημο άνοιγμα του ελληνικού καλοκαιρινού clubbing και partying στην Ελλάδα και κυρίως στα νησιά. Η στιγμή που η Αθήνα άδειαζε, τα λιμάνια γέμιζαν και χιλιάδες νέοι ανέβαιναν στα πλοία με ένα σακίδιο, λίγα χρήματα στην τσέπη και μία μόνο σκέψη: Κυκλάδες.

Το ανεπίσημο άνοιγμα ήταν Κυριακή του Πάσχα βέβαια, που άρχιζαν τα καλοκαιρινά clubs Αθήνας Θεσσαλονίκης και άνοιγε και το cavo με Ελληνες djs τις χρονιές που μπορούσαν και οι Ελληνες να ταξιδέψουν…

Πριν τα social media, πριν τα stories και τα VIP tables, το καλοκαίρι ξεκινούσε από τον Πειραιά. Από εκείνα τα ξημερώματα που οι παρέες έτρεχαν να προλάβουν τα Express : Samina, Santorini, Athena Artemis Naias Milos και πιο μετά τα Blue Star ή το Highspeed, φορτωμένες με CD wallets, Nokia 3310, Sony Ericsson, Motorola, γυαλιά Oakley και τις πρώτες ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές. Στο κατάστρωμα γινόταν ήδη το πρώτο pre-party.

Και αν υπήρχε ένας προορισμός που συμβόλιζε εκείνη την εποχή, αυτός ήταν το Cavo Paradiso στη Μύκονο. Το θρυλικό club άνοιξε το 1993 πάνω από την Paradise Beach και μέσα σε λίγα χρόνια μετατράπηκε σε προσκύνημα για τους φίλους της house και της techno από όλη την Ευρώπη.

Τότε η Μύκονος δεν είχε ακόμη γίνει η υπερπολυτελής σκηνή των εκατομμυριούχων και των influencers. Ναι, υπήρχε glamour, αλλά συνυπήρχε με φοιτητές, εργαζόμενους που είχαν μαζέψει τον μισθό τους για το τριήμερο, ravers από όλη την Ελλάδα και ξένους clubbers που ακολουθούσαν τα line-ups σαν να ήταν ποδοσφαιρικές μεταγραφές. Τα φοιτητικά τριήμερα είχαν την τιμητική τους, θυμάμαι αυτά που οργάνωνε το escape club του Γιώργου Νέδου . Όλο τον Μάιο φοιτήτες φοιτήτριες, πιτσιρίκια από την επαρχία που είχαν περασει στις σχολές στις μεγάλες πόλεις έμεναν με ανοιχτό το στόμα με αυτά που ζούσαν στο super paradise κατά την διάρκεια της ημέρας και μετά στο cavo…

Ο κόσμος έφτανε στο Cavo μετά τις 2 τα ξημερώματα. Οι πραγματικά «διαβασμένοι» πήγαιναν μετά τις 4. Η νύχτα κορυφωνόταν όταν ο ήλιος άρχιζε να βγαίνει πίσω από το Αιγαίο και το dancefloor συνέχιζε να χορεύει χωρίς να καταλαβαίνει αν ήταν ακόμη βράδυ ή ήδη πρωί. Αυτό το περίφημο sunrise set έγινε το σήμα κατατεθέν του club και ένας από τους λόγους που απέκτησε παγκόσμια φήμη.

Στα τέλη των 90s και στις αρχές των 00s πέρασαν από εκεί ονόματα που ήταν top και μετά εξελίχθηκαν σε θρύλους για την ηλεκτρονική μουσική: ο David Morales, ο Louie Vega, ο Frankie Knuckles, ο Pete Tong, ο John Digweed ο Sasha και αργότερα ο Sven Väth και ο Richie Hawtin.

Αλλά το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος δεν ήταν μόνο η Μύκονος.

Ήταν η Ios με τα λευκά σοκάκια γεμάτα backpackers και clubs που έπαιζαν από μέταλ μέχρι rave. Ήταν η Paros με το Linardo στην Νάουσα το Hard rock που φιλοξένησε από το 92 rave, το mezzo-mezzo και τον ακροβάτη στις λευκες πριν γίνει premium προορισμός. Ήταν η Naxos με τα beach bars που έπαιζαν house μέχρι το ξημέρωμα. Ηταν η Κρήτη με τα πάρτι σε Χερσόνησο Μάλλια με τους Άγγλους και τους Ολλανδούς και τα trance party σε φαράγγια, Ήταν η Χαλκιδική που λειτουργούσε όπως η παραλιακή στην Αθήνα, ήταν το θρυλικό Loca στο Αίγιο που μας θύμιζε νησί και που μπορεί να συγκέντρωνε και 3000 άτομα, σε κάθε ένα από τα event του. Ήταν η εποχή που κάθε νησί είχε τη δική του μικρή σκηνή, τους δικούς του DJs και τη δική του φυλή καλοκαιρινών ταξιδιωτών.

Δεν υπήρχε FOMO γιατί κανείς δεν ήξερε τι συνέβαινε αλλού. Αν ήσουν εκεί, ήσουν εκεί. Οι αναμνήσεις έμεναν σε θολές φωτογραφίες, σε εισιτήρια πλοίων ξεχασμένα σε συρτάρια και σε CD compilations με Ministry of Sound, Global Underground και Café del Mar, Discobole, Planetworks αλλά και digital underground.

Σήμερα μπορεί τα νησιά να είναι πιο οργανωμένα, τα clubs πιο εντυπωσιακά και οι DJs πιο ακριβοί. Όμως κάτι από εκείνη την αθωότητα έχει χαθεί. Η προσμονή του ταξιδιού, το άγνωστο της βραδιάς, η αίσθηση ότι το καλοκαίρι ξεκινούσε πραγματικά μόνο όταν το πλοίο έλυνε κάβους.

Για όσους έζησαν εκείνα τα χρόνια, το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος δεν ήταν απλώς μια εξόρμηση. Ήταν τελετουργία ενηλικίωσης. Ένα ετήσιο ραντεβού με το Αιγαίο, την θάλασσα, τη μουσική και την ελευθερία.

Δεν είναι τυχαίο που κάπου ανάμεσα στον θόρυβο των μηχανών του πλοίου, στα πρώτα beats που ακούγονταν από μακριά και στον ήλιο που ανέτελλε πάνω από το dancefloor του Cavo Paradiso, γεννήθηκε μια ολόκληρη γενιά καλοκαιρινών αναμνήσεων».