Η Ουάσινγκτον ανεβάζει τους τόνους για τη Γροιλανδία, το Πεκίνο αντιδρά σκληρά – αλλά το Κρεμλίνο κρατά απόλυτη σιωπή. Γιατί ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο ισχυρότερος παίκτης της Αρκτικής, επιλέγει να μην μιλήσει;

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ «πρέπει» να πάρουν τον έλεγχο της Γροιλανδίας για λόγους εθνικής ασφάλειας – επικαλούμενος κινεζικά και ρωσικά πλοία που «κυκλοφορούν παντού» στην Αρκτική – το Πεκίνο αντέδρασε άμεσα.

Το κινεζικό ΥΠΕΞ κατηγόρησε την Ουάσινγκτον ότι χρησιμοποιεί τον «μύθο της κινεζικής απειλής» ως πρόσχημα για ιδιοτελή γεωπολιτικά οφέλη. Η Μόσχα, αντίθετα, δεν είπε τίποτα.

Ούτε ανακοίνωση, ούτε προειδοποίηση, ούτε έστω μια συμβολική αντίδραση από τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Μια σιωπή που ξενίζει, αν αναλογιστεί κανείς ότι η Ρωσία είναι –με διαφορά– η μεγαλύτερη αρκτική δύναμη στον κόσμο. Αναλυτές εξηγούν στο CNBC πού οφείλεται η στάση αυτή.

Η Αρκτική είναι ρωσική υπόθεση ζωής

Η Ρωσία καλύπτει περίπου το 53% της ακτογραμμής του Αρκτικού Ωκεανού.
Εκεί βρίσκονται:

  • κρίσιμα κοιτάσματα πετρελαίου, φυσικού αερίου και σπάνιων ορυκτών
  • η Βόρεια Θαλάσσια Οδός, ο θαλάσσιος διάδρομος που συνδέει Ευρώπη και Ασία
  • βασικές στρατιωτικές βάσεις και το θαλάσσιο πυρηνικό αποτρεπτικό της Μόσχας
  • ο μεγαλύτερος στόλος παγοθραυστικών παγκοσμίως

Για το Κρεμλίνο, η Αρκτική δεν είναι περιφέρεια. Είναι στρατηγικός πυλώνας οικονομίας, ασφάλειας και ισχύος.

Κι όμως, απέναντι στο ενδεχόμενο αμερικανικής «κατάληψης» της Γροιλανδίας – ενός τεράστιου αρκτικού εδάφους που ανήκει στη Δανία – η Ρωσία επιλέγει τη σιωπή.

Όχι αδιαφορία, αλλά ψυχρός υπολογισμός

Αναλυτές εκτιμούν ότι η στάση αυτή δεν είναι αδυναμία, αλλά στρατηγική επιλογή.

Η Γροιλανδία, λένε, δεν αλλάζει ουσιαστικά τις στρατιωτικές ισορροπίες για τη Ρωσία. Το ΝΑΤΟ ήδη ενισχύει την παρουσία του στον Βορρά, με τον Καναδά, τη Νορβηγία, τη Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ Σουηδία και Φινλανδία έχουν ενταχθεί στη Συμμαχία.

Για τη Μόσχα, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η επιπλέον αμερικανική παρουσία στον Ατλαντικό. Είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο.

Το μεγάλο στοίχημα λέγεται ΝΑΤΟ

Το ενδεχόμενο αμερικανικής στρατιωτικής πίεσης ή ακόμη και επέμβασης στη Γροιλανδία προκαλεί σεισμό στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.
Η Κοπεγχάγη και η κυβέρνηση της Γροιλανδίας ξεκαθαρίζουν ότι το νησί «δεν πωλείται» και ότι οποιαδήποτε χρήση βίας θα ισοδυναμούσε με διάλυση της Συμμαχίας.

Για τη Ρωσία, αυτό είναι το πραγματικό δώρο. Και είναι ένα δώρο που εξασφαλίζει μέσα από το περιβόητο δόγμα Ντονρόε. Η επιστροφή του δόγματος Μονρόε, χωρίς ηθικό άλλοθι.

Η Μόσχα γνωρίζει εδώ και δεκαετίες ότι δεν μπορεί να νικήσει το ΝΑΤΟ στρατιωτικά. Μπορεί όμως να το διαβρώσει πολιτικά:
να δημιουργήσει ρήγματα, αμοιβαία καχυποψία, κρίσεις εμπιστοσύνης – και τελικά μια Ευρώπη λιγότερο προστατευμένη από τις ΗΠΑ.

Αν η Ουάσινγκτον συγκρουστεί με συμμάχους της για τη Γροιλανδία, αν ανοίξει εσωτερικό μέτωπο στη Δύση, η Ρωσία κερδίζει χωρίς να ρίξει ούτε μία σφαίρα.

«Ένα απόλυτο δώρο στη Ρωσία»

Η πιθανότητα σφοδρών αναταράξεων ή παράλυσης του NATO θεωρείται από πολλούς αναλυτές «στρατηγικός θρίαμβος» για το Κρεμλίνο.

Ένα ΝΑΤΟ που αμφισβητείται εκ των έσω, ένα Άρθρο 5 που μοιάζει κενό γράμμα, μια Ευρώπη που φοβάται ότι οι ΗΠΑ μπορεί να αποσύρουν στρατεύματα ή ενδιαφέρον, είναι ακριβώς ο κόσμος που θα ήθελε να δει ο Πούτιν.

Σε αυτό το πλαίσιο, η σιωπή του δεν είναι ουδετερότητα. Είναι αναμονή, σχολιάζουν αναλυτές στο CNBC.

Όταν η σιωπή μιλά πιο δυνατά από τις δηλώσεις

Η Ρωσία μπορεί να είναι η μεγαλύτερη αρκτική δύναμη, αλλά στην υπόθεση της Γροιλανδίας δεν έχει λόγο να βιαστεί.
Αν η κρίση εξελιχθεί σε εσωτερική σύγκρουση της Δύσης, η Μόσχα θα έχει πετύχει τον στόχο της χωρίς κόστος.

Και αυτός είναι ίσως ο λόγος που, ενώ όλοι μιλούν για τη Γροιλανδία, ο Πούτιν δεν χρειάζεται να πει λέξη.