

Η συμβολή του στόλου των επαναστατημένων Ελλήνων στον Αγώνα για την ανεξαρτησία με τα πλοία που προέρχονταν από συνολικά 26 μικρούς και μεγάλους ναυτότοπους του Αιγαίου και του Ιονίου.
Με αφόρμη τα 200 χρονια από την Έξοδο του Μεσολογγίου το 128ο τεύχος «Ιστορίες» που κυκλοφορεί με τα ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΎΡΙΑΚΟ θα εστιάσει στο ιστορικό αυτό γεγονός αλλά και στους πολιορκημένους που έγιναν σύμβολο αντοχής και ελευθερίας.
Τον Μάρτιο του 1821, με την κήρυξη της Επανάστασης, 700 μεγάλα εμπορικά πλοία, κατά μέσο όρο άνω των 150 τόνων, που είχαν ταξιδέψει για δεκαετίες στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα έως τον Ατλαντικό, θα υψώσουν την «δίχροον εθνικήν του πολέμου σημαία».
Τα πλοία αυτά δεν προέρχονται μόνο από τα τρία ναυτικά νησιά, την Υδρα, τις Σπέτσες και τα Ψαρά, αλλά από 26 μικρούς και μεγάλους ναυτότοπους του Αιγαίου και του Ιονίου: το Γαλαξίδι, το Μεσολόγγι, το Αιτωλικό, την Κάσο, το Τρίκερι, τη Σκόπελο, τη Σκιάθο, τον Πόρο, την Αίνο, τις Κυδωνίες, τη Λήμνο, τη Λέρο, τη Σάμο, την Πάτμο, τη Σύμη, το Καστελλόριζο, την Τήνο, τη Σαντορίνη, τη Μύκονο, την Ανδρο, τη Μήλο, την Εύβοια, την Κρήτη.
Η ναυτιλία αποτέλεσε την πιο συγκροτημένη πολεμική μηχανή που εξάπλωσε και ταυτόχρονα διατήρησε την Επανάσταση στο Αρχιπέλαγος και στο Ιόνιο πέλαγος, συνιστώντας μια διαρκή απειλή για τους Οθωμανούς. Σε μια επαναστατημένη περιοχή γεωγραφικά κατακερματισμένη, που αποτελούνταν από δεκάδες νησιά, εκατοντάδες «νησόπουλα» και μια τεράστια ακτογραμμή, μόνο η ύπαρξη ενός κυρίαρχου στόλου μπορούσε να δράσει ως ενοποιητικός παράγοντας για τους Ελληνες και ταυτόχρονα ως διαρκής πηγή πολεμικών αναταράξεων και διαταράξεων της κανονικότητας του θαλάσσιου εμπορίου, της τροφοδοσίας και των συναλλαγών για τους Οθωμανούς.
Χωρίς αξιόμαχο ναυτικό οι Ελληνες δεν θα είχαν κερδίσει την Επανάσταση. Οι επαναστατημένοι Ελληνες, ως υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προφανώς δεν διέθεταν συντεταγμένο πολεμικό στόλο, παρά μόνο εμπορικά πλοία, που ήταν ήδη εξοπλισμένα με κανόνια, καραμπίνες, πιστόλια, και άλλα όπλα για την προστασία τους από τους κινδύνους στη θάλασσα.
Με εξαίρεση έναν σκληρό πυρήνα περίπου 40 πλοίων, που συμμετέχουν συστηματικά στις πολεμικές επιχειρήσεις, η μεγάλη πλειονότητα των εμπορικών ιδιωτικών πλοίων ναυλώνονται περιστασιακά από τη Διοίκηση, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, σε μια συγκεκριμένη αποστολή, όπως για παράδειγμα την πολιορκία ενός κάστρου, την περιπολία ακτών ή τη συμμετοχή σε ναυμαχία.

Με την ολοκλήρωση κάθε επιχείρησης, τα πλοία επέστρεφαν στις κανονικές δραστηριότητές τους, στο εμπόριο και την καταδρομή, που εξασφάλιζαν την επιβίωση των ναυτικών και των ναυτοτόπων.
Στην πράξη, τα πλοία χρησιμοποιούνταν με πολλαπλούς και εναλλασσόμενους τρόπους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης: ως πολεμικά, μεταγωγά, καταδρομικά και φυσικά ως εμπορικά ή πειρατικά.
Λόγω της έλλειψης μεγάλων και εξειδικευμένων πολεμικών πλοίων, όπως ήταν τα δίκροτα και τρίκροτα οθωμανικά ικανά για κατά παράταξη ναυμαχία, ο ελληνικός στόλος βασιζόταν στο στοιχείο του αιφνιδιασμού και χρησιμοποίησε εκτενώς τα πυρπολικά, που αποδείχθηκε το πιο αποτελεσματικό όπλο στη θάλασσα.
Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης πάνω από εκατό πυρπολικά συμμετείχαν στον Αγώνα. Τα πλοία αυτά, γεμάτα με πυρίτιδα, προσκολλούνταν στα εχθρικά πλοία και αναφλέγονταν με στόχο να προκαλέσουν πανικό στις γραμμές του εχθρού, προσπαθώντας έτσι να διασπάσουν τον σχηματισμό του ή να τον αναγκάσουν σε φυγή.
Οι έλληνες κατασκευαστές πυρπολικών κατά τη διάρκεια του Αγώνα εξέλιξαν την τεχνολογία του πυρπολικού, την τεχνική κατασκευής του αλλά και τη δεξιοτεχνία στη χρήση του.
Ο χειρισμός των πυρπολικών ήταν εξαιρετικά επικίνδυνος, με μεγάλο περιθώριο λάθους ή αποτυχίας, για αυτό και οι πυρπολητές έχαιραν μεγάλης εκτίμησης και σεβασμού μεταξύ των ναυτικών, με κορυφαίο τον Κωνσταντίνο Κανάρη.
Τα πυρπολικά
Αντίθετα με τη εικόνα του πυρπολικού, που έχει αποτυπωθεί στη συλλογική μνήμη μέσα από τον πίνακα του Νικηφόρου Λύτρα Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη (1866-1870), τα πυρπολικά ήταν μεγάλα ιστιοφόρα σκάφη, που ακολουθούσαν τον στόλο κατά τις επιχειρήσεις του.
Αυτά τα πλοία είτε κατασκευάζονταν εξαρχής ειδικώς για πυρπολικά ή μετασχηματίζονταν σε πυρπολικά με υψηλό κόστος, ενώ κατά τα διάρκεια του Αγώνα συνεχώς αυξανόταν η ζήτησή τους λόγω της αποτελεσματικότητάς τους.
Τα ονόματά που δίνονταν σε αυτά, δυσοίωνα και ζοφερά, όπως για παράδειγμα «Χάρων», «Ερινύες» ή «Μέδουσα» αποτυπώνουν την καταστρεπτική τους αποστολή και τον φόβο που ενέπνεαν στους Οθωμανούς. Σε έναν πόλεμο όπου οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές είχαν τεράστια απόκλιση πολεμικής ισχύος, η ναυτοσύνη των Ελλήνων, η εμπειρία τους στις θάλασσες αποτελούσε ένα αντιστάθμισμα στη μειονεκτική θέση και ένα από τα ελάχιστα συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως μαρτυρεί η αμηχανία του Οθωμανικού Ναυτικού κατά τα πρώτα έτη της Επανάστασης.
Στην ιστοριογραφία και στη συλλογική μνήμη, περίοπτη θέση κατέχουν οι έλληνες ναυμάχοι – ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ο Ανδρέας Μιαούλης, ο Γεώργιος Σαχτούρης και πολλοί άλλοι – αλλά και οι ναυμαχίες και τα πολεμικά γεγονότα στη θάλασσα: είτε πρόκειται για νικηφόρες εκστρατείες, όπως η πυρπόληση της οθωμανικής ναυαρχίδας ή η Ναυμαχία του Ναβαρίνου, είτε για δραματικά επεισόδια, όπως η καταστροφή της Χίου, της Κάσου, των Ψαρών και του Γαλαξιδίου, που σφράγισαν την έκβαση του Αγώνα.
Αξιοποιώντας τον μεγάλο εμπορικό στόλο που είχε συγκροτηθεί κατά τις προεπαναστατικές δεκαετίες και τα αξιόμαχα πολυπληθή πληρώματα, το μήνυμα της Επανάστασης – ήδη στους πρώτους μήνες του 1821 – μεταδίδεται σε όλο το Αιγαίο με τα πλοία, καθώς το εθνικό προκήρυγμα καλεί «όσοι έχετε καράβια μικρά και μεγάλα, αρματώσετέ τα και ενωθήτε με τον Ελληνικόν στόλον όπου συγκροτείται από τας ναυτικάς δυνάμεις των Υδριωτών, Σπετζιωτών και Ψαριανών, και σας υπόσχονται την Ελευθερίαν όλου του αρχιπελάγους».

Ο στόλος ενοποιούσε τα μέτωπα του πολέμου στη βόρεια και κεντρική Ελλάδα, την Πελοπόννησο, την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου σε μια συνδυασμένη και συντονισμένη πολεμική προσπάθεια, που διαφέρει από μεμονωμένες τοπικές εξεγέρσεις.
Παράλληλα προστάτευε τις επαναστατημένες περιοχές της ηπειρωτικής χώρας και τα νησιά, όπως καταδεικνύεται π.χ. από το παράδειγμα της Σάμου και τις αλλεπάλληλες επιτυχημένες ναυμαχίες στο Βορειοανατολικό Αιγαίο το 1824 (Ναυμαχία Γέροντα, Ναυμαχία Αλικαρνασσού, Ναυμαχία Μυκάλης) που απέτρεψαν την απόβαση του Ιμπραήμ στο νησί.
Με την επιβολή του ναυτικού αποκλεισμού, ο στόλος συνεπικουρούσε στις πολιορκίες των Ελλήνων, πέρασε διά πυρός και σιδήρου. Η Επανάσταση διήρκεσε μεγάλο χρονικό διάστημα, ενάντια στις αρχικές προβλέψεις των Οθωμανών, που πίστευαν ότι θα κατασβενόταν σύντομα, όπως τόσες άλλες προγενέστερες εξεγέρσεις, υπερβαίνοντας ενδεχομένως και τις προσδοκίες των ίδιων των επαναστατημένων Ελλήνων.
Η μακρά διάρκεια είχε επιφέρει κόπωση, μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, υποδομές και περιουσίες, οικονομικό μαρασμό στο εμπόριο και την αγροτική παραγωγή και εμφύλιες διαμάχες για την πολιτική συγκρότηση.
Στη θάλασσα, η απουσία συντεταγμένου πολεμικού στόλου έως το 1827, η δυσκολία μετατροπής των ιδιωτικών εμπορικών σκαφών σε έναν επαναστατικό στόλο, η πολυαρχία στη διοίκηση σύμφυτη με τα ισχυρά τοπικιστικά συμφέροντα που δημιουργούσε προβλήματα συντονισμού, η ναυτολόγηση και πειθάρχηση των πληρωμάτων και πρωτίστως η οικονομική καχεξία της Προσωρινής Κυβέρνησης, που δυσχέραινε την κινητοποίηση του στόλου, συνθέτουν τη σκληρή πραγματικότητα του ναυτικού αγώνα.
Παρά τις αντιξοότητες, ο ελληνικός στόλος δήλωνε σταθερά την παρουσία του σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης σημειώνοντας μικρότερες ή μεγαλύτερες επιτυχίες. Είτε μέσα από τις πολεμικές επιχειρήσεις είτε χάρι στις καταδρομές, ο Αγώνας στη θάλασσα παρέμεινε ενεργός, κρατώντας στην ουσία την Επανάσταση ζωντανή όταν η μάχη στην ξηρά φαινόταν χαμένη με την επικράτηση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και του Κιουταχή στη Στερεά.
Ο στόλος οχλεί αδιάκοπα τους Οθωμανούς αλλά και το ευρωπαϊκό εμπόριο στην Ανατολική Μεσόγειο, κερδίζοντας χρόνο, εν αναμονή μιας ξένης παρέμβασης και μιας πολιτικής λύσης για το ελληνικό ζήτημα. Η επιμονή και η αντοχή του στόλου αποτελεί ίσως και την πιο σημαντική συμβολή του Ναυτικού Αγώνα στην Επανάσταση.
Αλλωστε, η καθοριστική παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων έγινε στη θάλασσα, με τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, όπου η καταστροφή του οθωμανικού στόλου σφράγισε την τύχη της Επανάστασης και δρομολόγησε τις πολιτικές εξελίξεις.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η Βρετανία, η μεγαλύτερη ναυτική δύναμη της εποχής, πρόσφερε την εναργέστερη υποστήριξη στην ελληνική περίπτωση, οδηγώντας στην οριστική λύση του ελληνικού ζητήματος.
Σε αντιδιαστολή προς άλλες σύγχρονες τηςΕλληνικής επαναστάσεις, η σημασία των Ελλήνων στη Μεσόγειο, ως εμπορικών εταίρων για τους Βρετανούς και ως παρόχων θαλάσσιων μεταφορών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τον 18ο αιώνα, διαφοροποιούσε τη στάση της Βρετανίας απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση, επιθυμώντας την αποκατάσταση του αγορών και των εμπορικών δικτύων στον Λεβάντε.






















