Η διαμόρφωση του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό (ΕΧΠ-Τ) αναδεικνύει τη γενική συναίνεση των φορέων του κλάδου ως προς την ανάγκη ύπαρξης ενός σύγχρονου και σταθερού θεσμικού πλαισίου, αλλά και σημαντικές διαφοροποιήσεις σε κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τον τρόπο εφαρμογής του.

Το τελικό κείμενο του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου αναμένεται να αποτελέσει καθοριστικό εργαλείο για τη μελλοντική πορεία του ελληνικού τουρισμού, καθώς θα κληθεί να ισορροπήσει μεταξύ περιβαλλοντικής προστασίας, κοινωνικής συνοχής και αναπτυξιακών αναγκών σε έναν από τους σημαντικότερους τομείς της ελληνικής οικονομίας.

Κατά τη διάρκεια της δημόσιας διαβούλευσης, η οποία ολοκληρώθηκε στις 25 Μαΐου 2026, εκπρόσωποι της ξενοδοχειακής αγοράς και της βραχυχρόνιας μίσθωσης κατέθεσαν τις προτάσεις και τις παρατηρήσεις τους, εστιάζοντας κυρίως στη φέρουσα ικανότητα των προορισμών, στα όρια ανάπτυξης νέων κλινών και στη διαχείριση των πιέσεων που δέχονται ορισμένες τουριστικές περιοχές.

ΣΕΤΕ: Στρατηγικός σχεδιασμός με βάση τα χαρακτηριστικά κάθε προορισμού

Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) χαρακτηρίζει θετική εξέλιξη τη θεσμοθέτηση του νέου χωροταξικού πλαισίου, υπογραμμίζοντας ότι μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο τόσο για την προστασία του περιβάλλοντος όσο και για την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου στις επενδύσεις.

Ωστόσο, ο ΣΕΤΕ εκφράζει επιφυλάξεις απέναντι στην εφαρμογή οριζόντιων περιορισμών, θεωρώντας ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, η τουριστική ανάπτυξη διαφέρει σημαντικά από προορισμό σε προορισμό και οι γενικευμένες ρυθμίσεις ενδέχεται να μην ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και οικονομιών.

Παράλληλα, επισημαίνεται η ανάγκη ενσωμάτωσης των απόψεων των τοπικών φορέων και της αυτοδιοίκησης κατά την εξειδίκευση των ρυθμίσεων μέσω των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων, ενώ προτείνεται η δυνατότητα αναθεώρησης των προβλέψεων ανά πενταετία, με βάση την εξέλιξη των υποδομών και των περιβαλλοντικών δεδομένων.

Ο ΣΕΤΕ θεωρεί επίσης ότι η αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας θα πρέπει να πραγματοποιείται σε επίπεδο ευρύτερων χωρικών ενοτήτων και όχι μεμονωμένων επενδύσεων. Παράλληλα, εκτιμά ότι οι ρυθμίσεις για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις μπορούν να συμβάλουν στον έλεγχο φαινομένων υπερσυγκέντρωσης τουριστικής δραστηριότητας σε περιοχές όπου παρατηρούνται πιέσεις στις υποδομές και στη στέγαση.

ΞΕΕ: Η φέρουσα ικανότητα ως μεταβαλλόμενο μέγεθος

Το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΞΕΕ) εστιάζει ιδιαίτερα στο ζήτημα της φέρουσας ικανότητας, ζητώντας τη δημοσιοποίηση της μεθοδολογίας με βάση την οποία κατηγοριοποιούνται οι περιοχές και τη διασφάλιση επιστημονικής τεκμηρίωσης των σχετικών αξιολογήσεων.

Σύμφωνα με το Επιμελητήριο, η φέρουσα ικανότητα δεν αποτελεί στατικό μέγεθος αλλά μεταβάλλεται ανάλογα με τις επενδύσεις που πραγματοποιούνται σε κρίσιμες δημόσιες υποδομές, όπως η ύδρευση, η αποχέτευση, η ενέργεια, οι μεταφορές και η διαχείριση αποβλήτων.

Το ΞΕΕ υποστηρίζει ότι απαιτείται διαφοροποιημένη προσέγγιση ανά προορισμό, αντί ενιαίων περιορισμών που εφαρμόζονται ανεξαρτήτως τοπικών χαρακτηριστικών. Παράλληλα, ζητά επανεξέταση συγκεκριμένων προβλέψεων, όπως το γενικό όριο των 100 κλινών, οι αυξημένες απαιτήσεις αρτιότητας και η επιβολή νέων περιβαλλοντικών τελών.

Το Επιμελητήριο εισηγείται επίσης να συνυπολογίζονται οι κλίνες βραχυχρόνιας μίσθωσης τόσο στον προσδιορισμό της φέρουσας ικανότητας όσο και στους δείκτες κατηγοριοποίησης των περιοχών, θεωρώντας ότι αποτελούν μέρος της συνολικής τουριστικής δυναμικότητας κάθε προορισμού.

Ο πρόεδρος του ΞΕΕ, Αλέξανδρος Βασιλικός, υπογραμμίζει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη του τουρισμού προϋποθέτει σαφείς κανόνες, σταθερότητα και ασφάλεια δικαίου, επισημαίνοντας παράλληλα τη σημασία αξιοποίησης του υφιστάμενου συστήματος περιβαλλοντικής κατάταξης των ξενοδοχείων ως εργαλείου αξιολόγησης της βιωσιμότητας.

ΠΟΞ: Ζητούμενο η ισορροπία μεταξύ προστασίας και ανάπτυξης

Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων (ΠΟΞ) αναγνωρίζει επίσης την ανάγκη επικαιροποίησης του χωροταξικού σχεδιασμού και την αξία ενός σταθερού πλαισίου που θα προσφέρει προβλεψιμότητα στις επιχειρήσεις και στους επενδυτές.

Η Ομοσπονδία εκφράζει, ωστόσο, προβληματισμό για διατάξεις που θεωρεί ότι εφαρμόζουν ενιαία κριτήρια σε περιοχές με διαφορετικές αναπτυξιακές δυνατότητες και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά. Όπως επισημαίνει, η βιωσιμότητα των προορισμών δεν πρέπει να συνδέεται αποκλειστικά με περιορισμούς, αλλά με την ορθολογική διαχείριση των πόρων και τη συνεχή αναβάθμιση των υποδομών.

Παράλληλα, η ΠΟΞ αναδεικνύει την ανάγκη απλούστευσης διαδικασιών που αφορούν αδειοδοτήσεις και περιβαλλοντικές εγκρίσεις, υποστηρίζοντας ότι οι ασάφειες και οι επικαλύψεις της υφιστάμενης νομοθεσίας δημιουργούν εμπόδια στην αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον συντονισμό του νέου χωροταξικού πλαισίου με τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια, ώστε να αποφευχθούν αντιφάσεις και να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα του σχεδιασμού.

STAMA: Διαφορετική προσέγγιση για τη βραχυχρόνια μίσθωση

Από την πλευρά της βραχυχρόνιας μίσθωσης, ο STAMA (Short Term Accommodation Managers Association) διατυπώνει έντονες ενστάσεις ως προς την πρόβλεψη που εντάσσει τις κλίνες βραχυχρόνιας μίσθωσης στους δείκτες φέρουσας ικανότητας μαζί με τις ξενοδοχειακές μονάδες.

Ο Σύνδεσμος υποστηρίζει ότι τα δύο μοντέλα φιλοξενίας λειτουργούν με διαφορετικά χαρακτηριστικά και δεν μπορούν να αξιολογούνται με τα ίδια κριτήρια. Σύμφωνα με τη θέση του, η εξίσωση ξενοδοχειακών και μη ξενοδοχειακών καταλυμάτων ενδέχεται να οδηγήσει σε παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικής τουριστικής πίεσης που δέχονται οι προορισμοί.

Ο πρόεδρος του STAMA, Βασίλης Αργυράκης, επισημαίνει ότι οι πιέσεις στις υποδομές εξαρτώνται από ένα ευρύτερο σύνολο παραγόντων και όχι αποκλειστικά από τον αριθμό των διαθέσιμων κλινών. Για τον λόγο αυτό, θεωρεί ότι απαιτούνται πιο εξειδικευμένες μεθοδολογίες αξιολόγησης.

Παράλληλα, ο Σύνδεσμος τονίζει ότι οι μελέτες φέρουσας ικανότητας πρέπει να βασίζονται σε αξιόπιστα και κοινώς αποδεκτά δεδομένα, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της ΑΑΔΕ ως βασικής πηγής πληροφόρησης για τη βραχυχρόνια μίσθωση. Εκφράζει επίσης επιφυλάξεις ως προς την ανάθεση των σχετικών μελετών αποκλειστικά στους δήμους και προτείνει την εκπόνησή τους από ανεξάρτητους φορείς με ενιαία μεθοδολογία.

Πάντως, παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, κοινός παρονομαστής στις παρεμβάσεις των φορέων αποτελεί η ανάγκη ύπαρξης ενός σταθερού, επιστημονικά τεκμηριωμένου και μακροπρόθεσμου πλαισίου για τον τουρισμό. Η διαφωνία εντοπίζεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο θα υπολογίζεται η φέρουσα ικανότητα των προορισμών, στο εύρος των περιορισμών που θα επιβάλλονται και στον βαθμό συνυπολογισμού των διαφορετικών μορφών φιλοξενίας.