

Ως θεμέλιο πολιτικής σταθερότητας των τελευταίων 50 ετών χαρακτήρισε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης το Σύνταγμα του 1975, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι πρόκειται για ένα κείμενο που «ανήκει στον 20ό αιώνα» και δεν επαρκεί για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής. Στο πλαίσιο αυτό, έθεσε στο επίκεντρο της συζήτησης την ανάγκη συνταγματικής αναθεώρησης, επικαλούμενος ζητήματα όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική κρίση και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Η κυβερνητική πρωτοβουλία, ωστόσο, εκδηλώνεται σε ένα περιβάλλον έντονης πολιτικής πόλωσης και θεσμικής αμφισβήτησης, με κορυφαίους συνταγματολόγους να επισημαίνουν ότι το βασικό πρόβλημα της χώρας δεν εντοπίζεται στο ίδιο το Σύνταγμα, αλλά στον τρόπο εφαρμογής και στον βαθμό σεβασμού του από την πολιτική εξουσία.
Το επίκεντρο των προτάσεων Μητσοτάκη
Οι προτάσεις του πρωθυπουργού κινούνται σε πέντε βασικούς άξονες:
Άρθρο 86 – ποινική ευθύνη υπουργών: Προτείνεται ο περιορισμός της εμπλοκής της Βουλής και η ενίσχυση του ρόλου των τακτικών δικαστών στη διαδικασία, με στόχο –κατά την κυβέρνηση– τη θωράκιση της λογοδοσίας.
Μονιμότητα στο Δημόσιο: Η αναθεώρηση ή άρση της μονιμότητας συνδέεται άμεσα με το ζήτημα της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, την οποία η κυβέρνηση παρουσιάζει ως βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση του «βαθέος κράτους» και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης. Σημειώνεται ότι η άρση της μονιμότητας συνδέεται κατά βάση με την συνταγματική καθιέρωση της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, στην οποία ως γνωστόν η κυβέρνηση επιμένει.
Άρθρο 16 – μη κρατικά πανεπιστήμια: Προβάλλεται η ανάγκη άρσης του κρατικού μονοπωλίου στην ανώτατη εκπαίδευση, το οποίο χαρακτηρίζεται αναχρονιστικό.
Πρόεδρος της Δημοκρατίας: Προτείνεται μία και μόνο εξαετής θητεία, ώστε –σύμφωνα με το κυβερνητικό σκεπτικό– να ενισχυθεί το κύρος και η θεσμική αυτονομία του αξιώματος.
Δικαιοσύνη: Εξαγγέλλεται μεγαλύτερη συμμετοχή των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, ως πρόσθετη εγγύηση ανεξαρτησίας.
Κλιματική κρίση: συνταγματικό κενό ή εφαρμοστικό έλλειμμα;
Ο πρωθυπουργός επικαλέστηκε στη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ την απουσία του όρου «κλιματική κρίση» από το Σύνταγμα ως ενδεικτικό παράδειγμα της ανάγκης επικαιροποίησής του. Ωστόσο, η περιβαλλοντική προστασία είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη ήδη από το 1975 μέσω του άρθρου 24. Το πρόβλημα, όπως επισημαίνεται, δεν είναι η έλλειψη συνταγματικής πρόβλεψης, αλλά η συστηματική αδυναμία εφαρμογής της στην πράξη, γεγονός που αποτυπώνεται στην άναρχη δόμηση, τις πολεοδομικές παρεκκλίσεις και τη διαρκή περιβαλλοντική υποβάθμιση σε ολόκληρη τη χώρα.

Πώς σχολιάζουν οι συνταγματολόγοι τις προτάσεις
Η εξαγγελία της συνταγματικής αναθεώρησης σχολιάστηκε από κορυφαίους συνταγματολόγους και πρώην θεσμικούς παράγοντες, οι οποίοι μετατοπίζουν το επίκεντρο της συζήτησης από το «τι πρέπει να αλλάξει» στο Σύνταγμα, στο κατά πόσο υπάρχει πολιτική και θεσμική αξιοπιστία για να ανοίξει μια τέτοια διαδικασία. Κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεών τους είναι η εκτίμηση ότι τα προβλήματα της χώρας δεν απορρέουν τόσο από τις συνταγματικές διατάξεις, όσο από τη συστηματική υποβάθμιση και την εργαλειακή εφαρμογή τους.
Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελος Βενιζέλος έθεσε με την ιδιότητα του συνταγματολόγου, ως προϋπόθεση κάθε αναθεωρητικής διαδικασίας τον ουσιαστικό σεβασμό του Συντάγματος, τονίζοντας ότι το πρόβλημα της χώρας είναι πρωτίστως η κρίση αξιοπιστίας των θεσμών και η διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης. Υπογράμμισε, επίσης, ότι χωρίς ειλικρινή συναίνεση και αυξημένες πλειοψηφίες 180 βουλευτών, η αναθεώρηση κινδυνεύει να καταστεί τεχνική και κοινωνικά αδιάφορη.
Ο τέως επικεφαλής της ΑΔΑΕ Χρήστος Ράμμος προειδοποίησε με ανάρτησή του στο Facebook ότι η διαρκής συζήτηση περί αναθεώρησης αποδυναμώνει το κύρος του Συντάγματος και μεταθέτει τη δημόσια συζήτηση από τα ουσιαστικά πολιτικά προβλήματα σε τεχνικές νομικές αντιπαραθέσεις. Κατά την άποψή του, οι παθογένειες δεν οφείλονται στις διατάξεις, αλλά στην εργαλειακή και επιλεκτική εφαρμογή τους από τις εκάστοτε πλειοψηφίες.
Ο Ξενοφών Κοντιάδης έθεσε ευθέως, επίσης μέσω ανάρτησης στο Facebook, ζήτημα πολιτικής αξιοπιστίας του πρωθυπουργού, αμφισβητώντας τη συνέπεια λόγων και πράξεων σε κρίσιμα ζητήματα όπως η λογοδοσία υπουργών, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, η συναίνεση για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και η περιβαλλοντική πολιτική.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο καθηγητής Γιώργος Σωτηρέλης μίλησε για «στρίβειν δια της αναθεώρησης», υποστηρίζοντας ότι οι κυβερνήσεις συχνά αξιοποιούν τη συνταγματική αναθεώρηση ως επικοινωνιακό αντιπερισπασμό απέναντι σε σκάνδαλα και πολιτικά αδιέξοδα. Τόνισε ότι, με το σημερινό έλλειμμα θεσμικής αξιοπιστίας, είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξουν ουσιαστικές συναινέσεις, ενώ χαρακτήρισε αναγκαία την πλήρη αποσύνδεση της Βουλής από τη διαδικασία δίωξης υπουργών.

Η διαδικασία και το χρονοδιάγραμμα
Η παρούσα Βουλή λειτουργεί ως προαναθεωρητική: καταθέτει και ψηφίζει τα άρθρα που κρίνονται αναθεωρητέα, χωρίς να αποφασίζει για το περιεχόμενό τους. Μέχρι τον Μάρτιο μπορούν να υποβληθούν γραπτές προτάσεις από τουλάχιστον 50 βουλευτές, οι οποίες εξετάζονται από διακομματική επιτροπή και τίθενται σε δύο ονομαστικές ψηφοφορίες με απόσταση ενός μήνα.
Η επόμενη Βουλή, που θα προκύψει από τις εκλογές, είναι η αναθεωρητική και μπορεί να τροποποιήσει μόνο τα άρθρα που θα έχουν εγκριθεί σε αυτή τη φάση, με τις απαιτούμενες πλειοψηφίες να διαμορφώνονται ανάλογα με τον αριθμό ψήφων που θα έχουν συγκεντρώσει στην παρούσα Βουλή.
Επιφυλακτική η αντιπολίτευση
Η αντιπολίτευση εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτική απέναντι στις εξαγγελίες του πρωθυπουργού, κατηγορώντας τον για μικροπολιτική εργαλειοποίηση της συνταγματικής αναθεώρησης και για προσπάθεια μετατόπισης της δημόσιας συζήτησης από σοβαρά πολιτικά και θεσμικά ζητήματα. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, δεν αποκλείεται πλήρως η συναίνεση σε επιμέρους διατάξεις που θεωρούνται ώριμες προς αλλαγή, με στελέχη –ιδίως από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ– να αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεννόησης υπό αυστηρές θεσμικές προϋποθέσεις.






















