

Στον… αέρα εξακολουθεί να βρίσκεται ακόμη το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο (ΕΧΠ) του Τουρισμού παρότι η δημόσια διαβούλευση ολοκληρώθηκε πριν από 14 μήνες, ήτοι τον Σεπτέμβριο του 2024. Έκτοτε, η οριστικοποίησή του και η έκδοση της σχετικής υπουργικής απόφασης μετατίθεται συνεχώς, καθώς τα συναρμόδια υπουργεία Τουρισμού και Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) δεν έχουν ακόμη δώσει λύση στα ζητήματα που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης.
Ενστάσεις για τις κατηγοριοποιήσεις των περιοχών
Ήδη, τα αιτήματα και οι ενστάσεις από φορείς του τουρισμού και της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι εκατοντάδες, με τις πιο κρίσιμες παρατηρήσεις να συγκεντρώνονται σε τέσσερα – πέντε βασικά θέματα. Πρώτο ανάμεσά τους, το ζήτημα των κατηγοριοποιήσεων των περιοχών, καθώς καταγράφεται δυσαρέσκεια για την ένταξη συγκεκριμένων τόπων στις «υπερ-αναπτυγμένες» ζώνες, κάτι που – σύμφωνα με τους τοπικούς εκπροσώπους – ενδέχεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για νέες επενδύσεις.
Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα των ρυθμίσεων για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις τύπου Airbnb
Πέντε ζώνες τουριστικής ανάπτυξης
Είναι αξιοσημείωτο ότι, στο προτεινόμενο ΕΧΠ η ελληνική επικράτεια κατηγοριοποιείται με βάση τη χωρική διάρθρωση των τουριστικών επενδύσεων σε πέντε περιοχές: Περιοχές ελέγχου δηλαδή οι υπερ-αναπτυγμένες (Α), Αναπτυγμένες (Β), Αναπτυσσόμενες (Γ), Περιοχές με δυνατότητες ανάπτυξης (Δ) και Μη αναπτυγμένες περιοχές (Ε). Σε κάθε μία από αυτές προσδιορίζεται διαφορετική άσκηση χωρικής τουριστικής πολιτικής που επηρεάζει την κατεύθυνση και το εύρος των επενδύσεων.
Αιτήματα για μεγαλύτερη ευελιξία
Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί ζητούν όχι μόνο την εξαίρεση του τόπου τους από μια κατηγορία και την υπαγωγή σε άλλη, αλλά και μεγαλύτερη ευελιξία στον χαρακτηρισμό των περιοχών. Με άλλα λόγια, ζητούν να μπορεί μια δημοτική ενότητα – ή ακόμη και τμήμα της – να εντάσσεται σε διαφορετική κατηγορία από τη γειτονική της, ακόμη κι αν με βάση το βασικό κριτήριο, δηλαδή την πυκνότητα κλινών σε σχέση με τον πληθυσμό, υπάγονται τυπικά στην ίδια βαθμίδα.
Όπως εξηγεί αρμόδια πηγή που συμμετέχει στην επεξεργασία του ΕΧΠ Τουρισμού, είναι συχνό το φαινόμενο δύο όμορες δημοτικές ενότητες να εμφανίζουν τελείως διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης. «Για παράδειγμα, στο Βαρθολομιό στην Πελοπόννησο, μία περιοχή έχει αναπτυχθεί ενώ η γειτονική της, που “γυρίζει” προς το βουνό, δεν έχει την ίδια δυναμική. Δεν μπορούν, λοιπόν, να χαρακτηριστούν και οι δύο αναπτυγμένες», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι σχεδιάζεται να δοθεί μεγαλύτερη ευελιξία, ώστε η κατηγοριοποίηση να αντανακλά τις πραγματικές συνθήκες.

Αντιδράσεις, που μπορεί να φέρουν αλλαγές, υπάρχουν και για την κατηγοριοποίηση των νησιών
Μη οριστικοποιημένο το πλαίσιο για Airbnb
Αντίστοιχα, ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα των ρυθμίσεων για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις τύπου Airbnb. Στις περιοχές των Κατηγοριών Α και Β – δηλαδή τις υπεραναπτυγμένες και αναπτυγμένες ζώνες – εξετάζεται το ενδεχόμενο οι περιορισμοί να καθορίζονται από το υποκείμενο επίπεδο πολεοδομικού σχεδιασμού, όπως τα Τοπικά και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΤΠΣ – ΕΠΣ) που αυτή την περίοδο εκπονούνται σε όλη τη χώρα. Ωστόσο, η τελική ρύθμιση δεν έχει ακόμη «κλειδώσει».
Δυσαρέσκεια για τις κατηγοριοποιήσεις των νησιών
Αντιδράσεις, που μπορεί να φέρουν αλλαγές, υπάρχουν και για την κατηγοριοποίηση των νησιών, καθώς – όπως υποστηρίζουν φορείς – έχουν ενταχθεί στην ίδια ομάδα νησιά με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Έτσι, στην ομάδα των «τουριστικά αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων νησιών» συγκαταλέγονται η Σαντορίνη, η Μύκονος και η Ρόδος μαζί με την Κάσο, τη Σύμη και την Ικαρία. «Στα μεγάλα αναπτυγμένα νησιά επιτρέπονται μόνο 4στερα και 5στερα καταλύματα. Αλλά άλλο η Λέσβος κι άλλο η Σκιάθος. Δεν γίνεται να υπάγονται στην ίδια κατηγορία και να υπόκεινται στους ίδιους ελέγχους», επισημαίνει πηγή του κλάδου.
Αύξηση πιέσεων από δόμηση και υποδομές
Σε κάθε περίπτωση, ολοκληρώθηκε η Δέουσα Εκτίμηση (ετέθη σε διαβούλευση έως τα τέλη του έτους) για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του ΕΧΠ Τουρισμού στις περιοχές Natura της χώρας, η οποία δείχνει ότι το μεγάλο εύρος του σχεδίου ενδέχεται να συνδέεται με διάφορες επιπτώσεις στους οικοτόπους και τα είδη. Οι μελετητές τονίζουν ότι δεν τίθενται περιορισμοί ως προς τη θέση των επενδύσεων και τις αποστάσεις από τις προστατευόμενες περιοχές, καθώς ο τουρισμός επιτρέπεται και εντός των Natura (με ορισμένους περιορισμούς στη δόμηση). Αυτό συνεπάγεται πιθανή μείωση της έκτασης οικότοπων, υποβάθμιση, κατακερματισμό και πιέσεις από θόρυβο ή φωτορύπανση κλπ.
Οι περιοχές με μικρότερη τουριστική ανάπτυξη έως σήμερα περιλαμβάνουν μεγαλύτερο αριθμό τόπων του δικτύου Natura
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται, επίσης, στη χρήση φυσικών πόρων από τις τουριστικές υποδομές – ενδεικτικά, απαιτούνται έως και 450 λίτρα πόσιμου νερού ανά κλίνη σε σύνθετα τουριστικά καταλύματα – αλλά και στις αυξημένες ανάγκες μεταφορών και κατασκευής δικτύων που συνοδεύουν την τουριστική ανάπτυξη. Αυτές οι παρεμβάσεις ενδέχεται να επηρεάσουν στόχους διατήρησης ευαίσθητων οικοτόπων.
Οι μελετητές εκτιμούν ότι ορισμένες πτυχές του σχεδίου – όπως το μέγεθος των επενδύσεων, οι εκπομπές ρύπων και η κατανάλωση φυσικών πόρων – σε συνδυασμό με άλλα παράλληλα έργα (όπως οδικοί άξονες) μπορεί να επιφέρουν σημαντικές επιπτώσεις στην ακεραιότητα των περιοχών Natura. Συνεπώς, κρίνεται απαραίτητη η μετάβαση στο δεύτερο στάδιο της Δέουσας Εκτίμησης, όπου θα προσδιοριστούν και τα μέτρα μετριασμού.

Η κατανομή των επιπτώσεων στις κατηγορίες περιοχών
Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι υπερ-αναπτυγμένες περιοχές της Κατηγορίας Α (δηλαδή οι Περιοχές Ελέγχου με μέσο όρο κλινών 21,5 ανά 1.000 στρέμματα) συνιστούν το 2% του συνόλου των δημοτικών ενοτήτων των περιοχών του δικτύου Natura που μπορεί να θιγούν από τις δραστηριότητες του ΕΧΠ Τουρισμού. Το αντίστοιχο ποσοστό στις αναπτυγμένες περιοχές (Κατηγορία Β) ανέρχεται στο 8% του συνόλου. Δηλαδή συνολικά οι περιοχές της χώρας με ένταση τουρισμού (Κατηγορίες Α και Β) που αποτελούν και τις περιοχές για τις οποίες υπάρχει μεγαλύτερη ανησυχία ως προς τις επιπτώσεις τους, αντιστοιχούν στο 10% του συνόλου των περιοχών όπου μπορεί να υπάρχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον και τη βιοποικιλότητα των Natura.
Τα μέτρα
Στο πλαίσιο της Εκτίμησης καταγράφονται και τα μέτρα για τον μετριασμό των επιπτώσεων. Στις υπερ-αναπτυγμένες περιοχές που υπάγονται σε Natura πρέπει να απαγορευτεί η ανάπτυξη νέων τουριστικών υποδομών μέχρι τον καθορισμό σχεδίων διαχείρισης. Στις αναπτυγμένες περιοχές – μέχρι τον καθορισμό χρήσεων γης, όρων και περιορισμών δόμησης στις εκτός σχεδίου περιοχές – θα πρέπει για την ανέγερση νέων ξενοδοχείων, το ελάχιστο απαιτούμενο εμβαδόν του οικοπέδου να αυξηθεί σε 12 στρέμματα. Στα νησιά της Ομάδας Ι θα πρέπει να εκπονηθούν μελέτες εκτίμησης τουριστικής φέρουσας ικανότητας από τα νέα πολεοδομικά σχέδια.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στη Δέουσα Εκτίμηση οι αναπτυσσόμενες περιοχές (Κατηγορία Γ) αντιστοιχούν στο 14%, οι περιοχές με δυνατότητες ανάπτυξης στο 27% και τέλος οι μη αναπτυγμένες περιοχές στο 49%. Καθίσταται δηλαδή σαφές ότι οι περιοχές με μικρότερη τουριστική ανάπτυξη έως σήμερα περιλαμβάνουν μεγαλύτερο αριθμό τόπων του δικτύου Natura.
Ευάλωτα μικρά νησιά και παράκτιες ζώνες
Οι μελετητές διατυπώνουν, επίσης, ειδικές επισημάνσεις για τα μικρά νησιά του Αιγαίου (δηλαδή πλην της Εύβοιας, της Κρήτης, της Κέρκυρας και της Ρόδου) και τις παράκτιες ζώνες – παρότι οι τελευταίες καταλαμβάνουν μόλις το 2,6% των Natura, είναι εξαιρετικά ευαίσθητες σε πιέσεις από τουριστικές δραστηριότητες.
Τουρισμός ήπιας μορφής, κρουαζιέρα και yachting
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι στα εθνικά πάρκα και στις περιοχές Natura επιτρέπονται ήπιες μορφές τουρισμού, οι οποίες πρέπει να προσιδιάζουν με αυτές (π.χ. ορειβατικός, γεωτουρισμός, οικοτουρισμός κλπ). Ειδική μνεία γίνεται στην ανάγκη αξιολόγησης επενδύσεων σε νέα χιονοδρομικά κέντρα καθώς οι επιπτώσεις είναι σημαντικές, ιδιαίτερα εάν γίνεται χρήση ορυκτών καυσίμων, καθώς πρόκειται για ενεργοβόρες εγκαταστάσεις. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται, όπως αναφέρεται στη Δέουσα Εκτίμηση και στις επενδύσεις
σε γήπεδα γκολφ, τα οποία απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού και οδηγούν σε αποψίλωση εδαφών. Γι΄ αυτό θα πρέπει να συνδυάζουν επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων και αφαλάτωση. Για τον τουρισμό κρουαζιέρας και yachting οι μελετητές θεωρούν ότι το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα μπορεί να περιοριστεί εάν εξηλεκτριστούν ώστε να περιοριστούν οι εκπομπές ρύπων στα λιμάνια.

Αλληλεπιδράσεις τουρισμού με βιομηχανία, ΑΠΕ, εξορύξεις
Σύμφωνα με τους μελετητές, στις ζώνες «τουριστικής προτεραιότητας» που χαρακτηρίζονται ως ανεπτυγμένες πρέπει να αποθαρρύνεται η διάσπαρτη χωροθέτηση βιομηχανικών μονάδων μέσης και υψηλής όχλησης. Ως προς τις αλληλεπιδράσεις με άλλες δραστηριότητες – βιομηχανία, εξορύξεις, έργα ΑΠΕ – εκτιμάται πάντως ότι είναι περιορισμένες.
Ενδεικτικά, μόνο στο ανατολικό τμήμα της αναπτυγμένης τουριστικά περιοχής της Θάσου περιλαμβάνεται πόλος εξόρυξης (ζώνη Μαρμάρου) ενώ στον Έβρο όπου υπάρχουν ήδη χωροθετημένα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και προτείνεται επέκταση βιομηχανικών δραστηριοτήτων εκτός περιοχών Natura, είναι χαμηλής τουριστικής ανάπτυξης, συνεπώς δεν αναμένονται σημαντικές αθροιστικές επιπτώσεις.
Ούτε στα νησιά των Κυκλάδων αναμένονται σημαντικές αθροιστικές επιπτώσεις από την αλληλεπίδραση δραστηριοτήτων. Μόνο στη Σύρο οι περιοχές Α και Β του ΕΧΠ Τουρισμού προτείνονται και ως ζώνες στήριξης της βιομηχανίας, αλλά βρίσκονται εκτός Natura. Στη Μήλο, ο πόλος εξόρυξης υπάγεται σε Κατηγορία Β, επίσης εκτός Natura. Σε Κατηγορία Β της περιφερειακής ενότητας Χανίων και Ηρακλείου εντοπίζονται περιοχές που προτείνονται σαν πόλοι επέκτασης και ενατικοποίησης από το αντίστοιχο ΕΧΠ της βιομηχανίας.
Πηγή: ot.gr



















