

Η επικείμενη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις 11 Φεβρουαρίου στην Άγκυρα πραγματοποιείται σε ένα εξαιρετικά φορτισμένο γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος, η ενέργεια και οι μεγάλες δυνάμεις τέμνονται επικίνδυνα. Παρά τους χαμηλούς τόνους που επιδιώκει το Μέγαρο Μαξίμου, το διακύβευμα είναι πολύ ευρύτερο από μια «καλή γειτονία».
Τι λέει ο Μητσοτάκης – και τι δεν λέει
Ο πρωθυπουργός, μιλώντας στο Foreign Policy αλλά και σε πρόσφατη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ, έθεσε ξεκάθαρα το πλαίσιο της ελληνικής θέσης: η μόνη διαφορά με την Τουρκία είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Στόχος της συνάντησης, όπως είπε, είναι μια «ειλικρινής και εποικοδομητική συζήτηση», χωρίς διάθεση κλιμάκωσης.
Ταυτόχρονα, έστειλε μήνυμα αποτροπής, τονίζοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε ισχυρότερη θέση από ό,τι πριν πέντε χρόνια, κυρίως λόγω της ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων. Πρόκειται για μια διπλή γραμμή: διάλογος χωρίς αυταπάτες, αλλά και χωρίς λογική υποχώρησης.
Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική της «ηρεμίας», παραμένει το βασικό ερώτημα: μπορεί να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος όταν η Άγκυρα συνεχίζει να εκδίδει NAVTEX στο Αιγαίο, να αμφισβητεί εμπράκτως κυριαρχικά δικαιώματα και να διατηρεί ανοιχτά όλα τα μέτωπα;
Το Αιγαίο μέσα στον νέο ενεργειακό χάρτη
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν εξελίσσονται πλέον σε κενό αέρος. Η Ελλάδα έχει αναβαθμιστεί σε κρίσιμο ενεργειακό κόμβο για την Ευρώπη, με αιχμή το LNG και τον λεγόμενο «Κάθετο Διάδρομο» από την Αλεξανδρούπολη προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ουκρανία. Αυτή η εξέλιξη ενισχύει τον γεωπολιτικό της ρόλο, αλλά ταυτόχρονα την καθιστά μέρος ενός ευρύτερου αμερικανικού σχεδιασμού.
Με την επιστροφή Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η αμερικανική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο αποκτά πιο ωμά χαρακτηριστικά: εξορύξεις, ενεργειακή ασφάλεια, γεωστρατηγική ισχύς. Η συνεργασία με ExxonMobil και Chevron συνδέει άμεσα την ελληνική ενεργειακή πολιτική με τις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον, δημιουργώντας ευκαιρίες αλλά και εξαρτήσεις.
Εδώ ακριβώς παρεμβάλλεται το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος: καμία σοβαρή ενεργειακή επένδυση, κανένα καλώδιο (όπως το GSI Ελλάδας–Κύπρου), κανένας διάδρομος μεταφοράς δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ρύθμιση θαλασσίων ζωνών. Και αυτό καθιστά τις ελληνοτουρκικές διαφορές εμπόδιο σε σχέδια πολύ μεγαλύτερης κλίμακας.

Γιατί Αθήνα και Άγκυρα δεν θέλουν «διαιτητή Τραμπ»
Σε αυτό το πλαίσιο, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η σαφής τοποθέτηση Μητσοτάκη ότι η Ελλάδα δεν επιθυμεί διαμεσολάβηση τρίτων στα ελληνοτουρκικά – ούτε καν των ΗΠΑ. Η ανησυχία για έναν πιθανό «διαιτητικό» ρόλο του Ντόναλντ Τραμπ είναι υπαρκτή, ακόμη κι αν δεν ομολογείται ανοιχτά.
Όχι επειδή ο Τραμπ θα «πάρει το μέρος» της Τουρκίας, αλλά επειδή η πολιτική του χαρακτηρίζεται από απλοϊκές, συναλλακτικές και συχνά αντίθετες με το Διεθνές Δίκαιο λύσεις. Ένα είδος γεωπολιτικού VAR, όπου η απόφαση μπορεί να εξυπηρετεί πρόσκαιρα συμφέροντα, αλλά να αφήνει πίσω της μόνιμα προβλήματα.
Ενδιαφέρον έχει ότι ούτε η Άγκυρα φαίνεται να επιθυμεί τέτοια εμπλοκή. Παρά την καλή προσωπική σχέση Ερντογάν–Τραμπ, η Τουρκία θέλει να διατηρήσει ρόλο αυτόνομου παίκτη και όχι αντικείμενο διευθέτησης από τρίτους.
Εσωτερικές αντιδράσεις και χαμηλός πήχης
Στο εσωτερικό, η συνάντηση προκαλεί αντιδράσεις. Ο Αντώνης Σαμαράς χαρακτήρισε «τεράστιο λάθος» το τετ α τετ Μητσοτάκη–Ερντογάν, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα «σέρνεται πίσω από τις εξελίξεις» τη στιγμή που η Τουρκία αμφισβητεί εμπράκτως την ελληνική κυριαρχία. Η κριτική αυτή αποτυπώνει έναν υπαρκτό φόβο: μήπως ο διάλογος εκληφθεί ως ανοχή.
Γι’ αυτό και ο πήχης των προσδοκιών είναι χαμηλός. Κανείς δεν περιμένει άμεσες λύσεις ή συμφωνίες ουσίας. Αυτό που επιδιώκεται είναι η διατήρηση ανοιχτών διαύλων, ώστε –αν και όταν ωριμάσουν οι συνθήκες– να μην επιβληθούν ρυθμίσεις «απ’ έξω».

Το πραγματικό διακύβευμα
Στο βάθος όλων αυτών βρίσκεται και το ενδεχόμενο επίσκεψης του Ντόναλντ Τραμπ στην Ελλάδα, μετά την αναφορά της αμερικανίδας Πρέσβη Κίμπερλι Γκιλφόιλ Υπενθυμίζεται ότι η φετινή Σύνοδος του ΝΑΤΟ διεξάγεται στην Άγκυρα. Ως εκ τούτου, αναλυτές θεωρούν ότι μία επίσκεψη του Τραμπ στη Σύνοδο θα μπορούσε να συνοδευτεί με επίσκεψη του πλανητάρχη στην Αθήνα. Μια τέτοια επίσκεψη θα αναβάθμιζε συμβολικά τον ρόλο της Αθήνας στον αμερικανικό σχεδιασμό, αλλά ταυτόχρονα θα αύξανε την πίεση για «αποτελέσματα» στην περιοχή.
Η Ελλάδα δεν είναι ούτε υπερδύναμη ούτε νέο ενεργειακό Ελντοράντο. Είναι όμως κρίσιμος κρίκος σε μια περιοχή που αλλάζει ραγδαία. Το στοίχημα για την Αθήνα είναι να ισορροπήσει ανάμεσα στην αποτροπή και τον διάλογο, στην ευρωπαϊκή «πράσινη» στρατηγική και την αμερικανική ενεργειακή πραγματικότητα, χωρίς να εγκλωβιστεί σε λογικές μηδενικού αθροίσματος.
Η συνάντηση στην Άγκυρα δεν λύνει προβλήματα. Αλλά δείχνει ποιοι θέλουν να τα συζητήσουν μόνοι τους – και ποιοι φοβούνται μήπως τους τα «λύσουν» άλλοι.






















